Τελευταία Νέα
ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΙΔ. ΣΤΑΘΜΟ ΜΠΡΑΛΟΥ (Β΄ΜΕΡΟΣ) PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator   
Παρασκευή, 25 Ιανουάριος 2019 11:02


Αντάρτες στο σταθμό του Μπράλου

(Β΄ Μέρος)

 
Γ΄. Από Γκιώνα ορμώμενοι του Γιώργη Κουτρούκη
            «Εκείνες τις ημέρες ήρθε ο Νίκος Τριανατφύλλου. Εκπρόσωπος της ΚΟΠ Στερεάς και με εντολή για το αντάρτικο όλης της Ρούμελης. Χωρίσαμε από τους Παλαιολόγου - Μπελή. Μας έδωσαν μια διμοιρία. Γίναμε το Αρχηγείο Γκιώνας – Παρνασσού με το Διαμαντή αρχηγό και εγώ επίτροπος. Η μια από τις τρείς διμοιρίες ονομάστηκε Αρχηγείο Λοκρίδος. Αρχηγός ο Πελοπίδας, πολιτικός ο Ανάποδος, στρατιωτικός ο Αίας (Δημ. Κουτσοδόντης). Θα κινιόταν μαζί μας μέχρι να μπορέσει να περάσει στη Λοκρίδα.
            Στην Κουκουβίστα (Καλοσκοπή) ετοιμάσαμε το σχέδιο επιχείρησης στο σιδηροδρομικό σταθμό Μπράλου – Γραβιάς. Κατεβήκαμε από νύχτα 12/1/1947 στην κοιλάδα καμιά διακοσαριά μέτρα από το σταθμό και καλυφθήκαμε σ ένα ποταμάκι με πυκνά πλατάνια. Ήταν τόλμημα, το λημέριασμα ως το απόγευμα μέσα στο χαμηλό και ανάμεσα σε δημόσιους δρόμους εκείνο μέρος. Ένας τσοπάνος που έπεσε απάνω μας τον κρατήσαμε όλη την ημέρα κοντά μας. Μια ομάδα, έξι επίλεκτων, με αυτόματα κρυμμένα σε χωριάτικες κάπες μπήκε από νωρίτερα στο σταθμό με τον κόσμο που περίμενε το τρένο. Το τρένο ήρθε κατά τις 2 μ.μ. Τότε εκδηλώθηκαν οι κομάντος μας, την ίδια στιγμή που ορμούσαμε κι εμείς με φωνές τρέχοντας στο σταθμό. Είχαν αποσυνδέσει τη μηχανή απ’ τα βαγόνια και χτύπησαν ένα δυο στρατιωτικούς που αποπειράθηκαν να αντισταθούν.
            Πιάσαμε καμιά εικοσαριά στρατιώτες και χωροφύλακες, δυο έφεδρους ανθυπολοχαγούς και δυο ηλικιωμένους λοχαγούς. Από τα χαρτιά τους βρήκαμε ότι είχαν υπηρετήσει στα Τάγματα Ασφαλείας και πήγαιναν στη φρουρά της Λαμίας. Κατηγορούνταν για το φόνο του γραμματέα της Καισαριανής που είχε γίνει πριν λίγους μήνες. Το ομολόγησαν, ισχυριζόμενοι ότι απλώς φύλαγαν τσίλιες στο φόνο. Τους περάσαμε ανταρτοδικείο. Δεν ήταν δυνατό να συγχωρεθούν. Η ποινή του θανάτου δεν είχε καταργηθεί.
            Η σύγχυση του κόσμου στην ώρα της επιχείρησης, είναι ευνόητη. Τους καθησυχάσαμε. Δυο πακέτα τσιγάρα «Άσσος Παπαστράτου» από μια κοπέλα Αμφισιώτισα, ήταν δώρο πολυτελείας. Στον κόσμο εξηγήσαμε με λίγα λόγια τους σκοπούς του αγώνα μας. Βλέπω το Διαμαντή να ντουφεκάει στην κάτω άκρη του Σταθμού προς τα έξω. «Τι κάνεις εκεί;». Ένας καραβανάς μου ξέφυγε, λέει. Ύστερα μάθαμε και πήγαμε να σκάσουμε απ’ το κακό μας, ότι ήταν ο Ταξίαρχος Ασημάκης, Διοικητής φρουράς Λαμίας. Ο οδηγός του Κ. Ζαρίφης, κοντοχωριανός μου, ήταν μεταξύ των αιχμαλώτων. Τον καθησύχασα. Όπως και το διευθυντή του Σιδηροδρομικού Σταθμού Βασίλη Λέκο, επίσης κοντοχωριανό μου. Από την Κυσέλη και οι δυο.
            Τους στρατιωτικούς τους πήραμε μαζί μας, στην Άνω Κάνιανη. Ο ένας ανθυπολοχαγός ήταν ντόπιος, γιος του παπά του χωριού. Συνομήλικός μου περίπου, δικηγόρος Τάκης Παπαναγιώτου. Ήρθε η παπαδιά και παρακαλούσε. Τη διαβεβαίωσα ότι δεν είχε πάθει τίποτα ο γιος της. Με καλούσε για φαγητό στο σπίτι της. Δε δέχτηκα. Σε λίγο έστειλα το γιο της ελεύθερο. Τους άλλους στην εκκλησία του χωριού. Τους είπα μερικές κουβέντες και στον «επαναστατικό οίστρο» μου, τους λέω: «Ρούχα δεν έχουμε ούτε για τον εαυτό μας. Αν θέλετε κατεβάστε καμιά εικόνα για να μην ξαπλώσετε πάνω στις πλάκες του δαπέδου». Αυτό το κατέθεσε ένας ενωματάρχης, στη δίκη μου στο Κακουργιοδικείο Λαμίας το 1955. Είχε θιγεί η ευσέβεια του ανθρώπου. Και μάλιστα για να επιβαρύνει τη θέση μου – όπως νόμιζε – κατέθεσε ότι εγώ τους είχα απολύσει την άλλη μέρα χωρίς γνώση του Διαμαντή. Άρα είχα εξουσία. Πράγματι, ο Διαμαντής είχε μείνει με τρεις – τέσσερις αντάρτες στην Κάτω Κάνιανη. Την ώρα που τους έβγαζα στο δρόμο έξω από το χωριό, να ο Διαμαντής. Αυτοί πάγωσαν. Εμείς είχαμε συνεννοηθεί με το Διαμαντή για το τι θα τους κάναμε. Τους είπε και αυτός δυο λόγια και τους άφησε (5) ».
 
Δ΄. Σχέδιο και επιτυχία  του Κώστα Πεντεδέκα
            «Όταν το 1946, στις 28 Οκτώβρη, συγκροτήθηκε το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε), στην Τσούκα Αντιχασίων, για το συντονισμό και την ενιαία καθοδήγηση των ανταρτών, στα διάφορα μέρη της Ελλάδας, στη Ρούμελη υπήρχαν δυο συγκροτήματα. Το ένα στα βουνά Παρνασσός – Γκιώνα – Βαρδούσια με αρχηγό τον Διαμαντή (Γιάννη Αλεξάνδρου), με 39 ενόπλους καταδιωκόμενους και το άλλο, στο βουνό Οίτη και στην περιοχή της Ορεινής Δυτικής Φθιώτιδας, με επικεφαλής τους Μπελή και Κ. Παλαιολόγου με 52 μαχητές. Είχαν και τα δυο καλή δράση, ιδιαίτερα το Νοέμβρη μήνα είχαν χτυπήσει και διαλύσει τους σταθμούς Χωροφυλακής στο Μαυρολιθάρι, Κροκύλι, Πύργο και Γαρδίκι και τις παρακρατικές συμμορίες που βασάνιζαν τους κατοίκους της περιοχής. Οι στρατιωτικές δυνάμεις που κινήθηκαν ενάντιά τους, έπαθαν πανωλεθρία. Ένα τάγμα και δυο λόχοι διαλύθηκαν και όσοι δεν αιχμαλωτίστηκαν, εγκατέλειψαν τον οπλισμό τους κι επέστρεψαν στις βάσεις τους πανικόβλητοι. Στην ιστορία του ΓΕΣ αναφέρεται: «Τα ατυχήματα αυτά είχον ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτικήν αποτυχία της προσχεδιασθείσης επιχειρήσεως δια την εκκαθάρισιν των δυτικών Δήμων Φθιώτιδος» (σελ. 172, Α΄ τόμος).
            Για το λόγο αυτό, εκτός από το στρατό, έστειλαν κι ένα μεγάλο απόσπασμα χωροφυλακής, 80 περίπου, χωροφύλακες με επικεφαλής τον υπομοίραρχο Δημοσθένη Χαλντούπη από τη Μενδενίτσα, το οποίο έπιασε θέσεις στα υψώματα του χωριού Κυριακοχώρι, ενώ ο αξιωματικός Κρανιάς, με το τάγμα του είχε φτάσει ως τα διπλανά χωριά Κολοκυθιά – Αργύρια. Τα δυο συγκροτήματα των ανταρτών είχαν ενωθεί στις αρχές Δεκέμβρη, στο χωριό Γαρδίκι κι αποφάσισαν να χτυπήσουν το απόσπασμα Χωροφυλακής. Και στις 8 Δεκέμβρη του 1946, οργάνωσαν καλά την επιχείρηση και με ορμητική επίθεση όχι μόνο το διέλυσαν, αλλά το εξολόθρευσαν εντελώς. Γλίτωσαν ελάχιστοι και ο διοικητής τους. Ενωμένα τα συγκροτήματα συνέχισαν τη δράση τους όλο το Δεκέμβρη.
            Στις 12/12/1946,διέλυσαν το σταθμό Χωροφυλακής Κρίκελου και μοίρασαν στους κατοίκους τα τρόφιμα, ρούχα κλπ., που τα κρατούσε η επιτροπή «εθνικοφρόνων», ενώ τα έστελνε η ΟΥΝΡΑ (6) για τον πληθυσμό της περιοχής. Το ίδιο είχε γίνει στο χωριό Αργύρια.
            Στις 31 Δεκέμβρη διέλυσαν την υποδιοίκηση Χωροφυλακής Υπάτης, αιχμαλώτισαν όλους τους χωροφύλακες και το διοικητή, όσους βέβαια δεν είχαν σκοτωθεί κατά την επίθεση. Εκεί σκοτώθηκε και ο στρατιωτικός του συγκροτήματος Διαμαντή, ο μόνιμος αξιωματικός Βαγγέλης Χείλαρης (Εύριπος), ενώ σ όλες τις άλλες ενέργειες δεν είχαμε παρά μόνο έναν τραυματία, τον Τάκη Παπαϊωάννου, δάσκαλο, στη διάλυση του αποσπάσματος χωροφυλακής.
            Στις 5 Γενάρη του 1947, ενώ βρίσκονταν και τα δυο συγκροτήματα στο χωριό Μάρμαρα, όπου είχαν επιστρέψει μετά τη μάχη της Υπάτης κι έμειναν μέσα στο χωριό, γιατί είχε πολλά χιόνια, αποφάσισαν να χωρίσουν και να κινηθούν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Μαζί με το Διαμαντή και το τμήμα του, το οποίο ενισχύθηκε με μια διμοιρία από το τμήμα του Μπελή – Παλαιολόγου, κινήθηκαν και οι συναγωνιστές Νίκος Τριανταφύλλου, μέλος της Κομματικής Οργάνωσης Περιοχής του ΚΚΕ, και ο Γιώργης Γεωργιάδης, μόνιμος αξιωματικός, που τότε είχαν φτάσει στα Μάρμαρα, ο πρώτος από τη Λαμία κι ο δεύτερος από το Μπούλκες. Αποφασίστηκε να γίνει επιχείρηση στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μπράλου, την ώρα που θα ‘φτανε το τρένο.
            Για το σκοπό αυτό κινήθηκε το τμήμα προς το χωριό Ανατολή, πρώτο σταθμό. Ο καιρός ήταν πολύ κακός. Ανέβηκαν την ανηφόρα μέσα στο δάσος με πολύ χιόνι κι ώσπου να περάσουν το άδεντρο οροπέδιο, υπέφεραν από το δυνατό βοριά. Έφτασαν στο χωριό ξεπαγιασμένοι. Το χωριό είναι χτισμένο σε μια πλαγιά προς την ανατολική πλευρά ενός υψώματος και αραιοκατοικημένο. Οι κάτοικοι αιφνιδιάστηκαν στη χειμωνιάτικη νύχτα, όπως κοιμόντουσαν δίπλα στα τζάκια τους. Πετάχτηκαν επάνω πρόθυμοι να φιλοξενήσουν τους νυχτερινούς επισκέπτες. Έτρεξαν να φέρουν ξύλα για τη φωτιά να ζεσταθεί περισσότερο το μικρό τους χειμωνιάτικο δωμάτιο. Δίψαγαν για νέα κι όλο ρωτούσαν για την εξέλιξη της κατάστασης και γύρω τους και γενικά. Έδειχναν ευχαριστημένοι από το διώξιμο των παρακρατικών συμμοριών και στεναχωρήθηκαν όταν είδαν ότι έφευγε πάλι το τμήμα την επόμενη. Η νυχτερινή αναστάτωση ήταν μια ευχάριστη νότα γι’ αυτούς μέσα στη χειμωνιάτικη μοναξιά τους.
            Η επόμενη διανυκτέρευση έγινε στο χωριό Μαυρολιθάρι που είναι μεγαλύτερο σε πληθυσμό και τα σπίτια πιο κοντά το ένα στο άλλο, όλα όμως, καμένα απ’ τους Γερμανούς κατακτητές. Οι κάτοικοί του δεν είχαν προλάβει ν αποκαταστήσουν όλες τις ζημιές. Παρ όλα αυτά, έκαναν ότι μπορούσαν για να περάσουν μια ευχάριστη νύχτα οι φιλοξενούμενοί τους. Ορισμένοι, μάλιστα, ήταν τυχεροί γιατί έφαγαν και πρωτοχρονιάτικο μπακλαβά. Όπως Ο Διαμαντής, ο Κουτρούκης κι εγώ, που μείναμε στο σπίτι του Δρόσου Φαράντζου. Η αγωνίστρια Θυμιούλα είχε φυλάξει μερικούς για μας.
            Στην Καλοσκοπή (Κουκουβίστα) έμεινε το τμήμα δυο μέρες και προετοίμασε το σχέδιο για την επιχείρηση στο σταθμό του Μπράλου, αφού συγκέντρωσε ο Διαμαντής ότι πληροφορίες χρειαζόταν από την οργάνωση του χωριού. Το σχέδιο προέβλεπε: Κατάληψη της επιβατικής αμαξοστοιχίας που έφτανε από Αθήνα στις 2 μ.μ. Αποβίβαση και αιχμαλωσία όλων των στρατιωτικών που θα ταξίδευαν και άλλες λεπτομέρειες, τις οποίες ανακοίνωσε η Διοίκηση: Διαμαντής – Κουτρούκης, στο τμήμα λίγο πριν την επιχείρηση.
            Επειδή ο σταθμός του Μπράλου είναι στην αρχή της πεδιάδας που υπάρχει ανάμεσα στα βουνά Παρνασσό, νότια και Καλλίδρομο, βόρεια και απέχει από την Καλοσκοπή περί τα 15 – 16 χιλιόμετρα, αποφασίστηκε να ξεκινήσει νύχτα όλο το τμήμα και να φτάσει μια ώρα πριν ξημερώσει κοντά στο σταθμό, χωρίς να γίνει αντιληπτή η κίνησή του από τους κατοίκους των χωριών Πάνω και Κάτω Κάνιανης, απ’ τα οποία έπρεπε να περάσει. Ο καιρός ήταν κατάλληλος. Μια νύχτα χωρίς σύννεφα, αλλά με πολύ κρύο γεναριάτικο. Αυτό βοηθούσε στη γρήγορη πορεία κι όλο το τμήμα έφτασε στην ώρα του σε ένα γούπατο νοτιοδυτικά του σταθμού, όπου και έμεινε ακίνητο, αφού πήρε όλα τα μέτρα. Ένας τσοπάνης που έφτασε κοντά με τα πρόβατα, κρατήθηκε απ’ το τμήμα.
            Εκεί η διοίκηση ανέλυσε το σχέδιο και καθόρισε τις αποστολές των διμοιριών κι ομάδων. Ξεχώρισε τους μαχητές που είχαν ντυθεί με χωριάτικα ρούχα και είχαν κάτω από τις κάπες τους αυτόματα όπλα. Ήταν έξι παλιοί αντάρτες. Αυτοί θα πήγαιναν στο σταθμό λίγο πριν φτάσει το τρένο, μαζί με όσους τυχόν κατοίκους θα ταξίδευαν. Αποστολή τους ήταν να ενεργήσουν μόλις κάνει στάση η αμαξοστοιχία, να διακόψουν τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του σταθμού, ν αποσυνδέσουν τη μηχανή απ’ τα βαγόνια και να χτυπήσουν τυχόν αντίσταση που θα βρουν, ώσπου να φτάσει όλη η δύναμη του τμήματος, η οποία θα κινηθεί λίγο πριν φτάσει η αμαξοστοιχία και θα μείνει στον πλατανιά, που ήταν νότια του σταθμού, για να τρέξει αμέσως μόλις κάνει στάση.
Όταν έφτασε η αμαξοστοιχία, ακριβώς στις 2 μ.μ, έτρεξε όλο το τμήμα. Ακούστηκαν πυροβολισμοί αυτομάτου. Κάποιοι μαχητές έβαλαν σε αξιωματικούς που αντιστάθηκαν. Διαδόθηκε αμέσως πως σκοτώθηκαν δυο λαχαγοί. Αιχμαλωτίστηκαν περί τους είκοσι και παραπάνω στρατιωτικοί. Ένας ανώτερος αξιωματικός έφυγε μ ένα φαντάρο. Του έβαλαν από μακριά. Ήταν ο Ταξίαρχος Ασημάκης, διοικητής φρουράς Λαμίας, όπως μαθεύτηκε αργότερα. Τη γλύτωσε. Οι πολίτες επιβάτες συγκεντρώθηκαν όλοι σε μια αίθουσα δίπλα στο σταθμαρχείο. Ο Διαμαντής, που παρακολουθούσε την εκτέλεση του σχεδίου, μου είπε ν αναλάβω την περιφρούρησή τους, να μην κυκλοφορούν στο χώρο του σταθμού, μήπως έχουμε κανένα ατύχημα, να τους καθησυχάσω ώσπου να τελειώσει η επιχείρηση.
Όλα τέλειωσαν γρήγορα και κανονικά κι αναχώρησε όλο το τμήμα χωρίς καμιά απώλεια, παίρνοντας μαζί του και όλους τους στρατιωτικούς - στρατιώτες, χωροφύλακες και τέσσερις αξιωματικούς, δύο έφεδρους ανθυπολοχαγούς και δύο μόνιμους λοχαγούς. Τους πολίτες τους άφησε όλους ελεύθερους. Αφού πρώτα τους είπαν λίγα λόγια ότι είναι τμήμα του ΔΣΕ που αναγκάστηκε να πάρει πάλι τα όπλα για να υπερασπίσει τα συμφέροντα του λαού και για τη Λευτεριά κι ανεξαρτησία της Ελλάδας. Στο βλέμμα τους διακρινόταν η μετατροπή των αισθημάτων τους. Ενώ στην αρχή ανησύχησαν πολύ, μετά άλλαξαν και πολλοί χάρηκαν. Μια γυναίκα που με είχε φιλοξενήσει στην κατοχή και καθόταν σε μια γωνιά κλαίγοντας, άρχισε να γελάει από χαρά όταν της μίλησα και με γνώρισε. Ηταν η μάνα του Βασίλη Παπαγεωργίου από την Ελάτεια.
Είχε συμπτυχθεί όλο το τμήμα στο χωριό Κάνιανη, όταν ακούστηκαν πυρά από τμήματα στρατού στην περιοχή του σταθμού . Συνεχίσαμε ανενόχλητοι την πορεία μας για την Πάνω Κάνιανη, όπου και διανυκτερεύσαμε. Εκεί αφέθηκαν ελεύθεροι και όλοι οι στρατιωτικοί, εκτός από τους δύο λοχαγούς, που στην Κατοχή είχαν υπηρετήσει στα Τάγματα Ασφαλείας και εκτελέστηκαν.
Το τμήμα πέρασε από την Καλοσκοπή και κατέληξε στο Μαυρολιθάρι. Εναντίον μας είχε κινηθεί εναντίον ένα ολόκληρο τάγμα, το οποίο στάθμευσε στα υψώματα του χωριού Δρέμισα. Αποφασίσαμε να το χτυπήσουμε κατά την κίνησή του και στήσαμε ενέδρα μέχρι το μεσημέρι. Ακούστηκαν πολλοί πυροβολισμοί κοντά από την πλευρά της Καστριώτισσας. Ηταν το τάγμα του Κρανιά, το οποίο είχε αιφνιδιάσει 4 αντάρτες που είχε στείλει ο Διαμαντής στη Δάφνη. Είχε προχωρήσει στην Καστριώτισσα όπου υπήρχαν άλλοι δύο αντάρτες κι αιχμαλώτισε τον έναν.
 
Επειδή δεν υπήρχαν πληροφορίες, διέταξε ο Διαμαντής και κινήθηκε όλο το τμήμα προς τον Αϊ-Λια πάνω από το Μαυρολιθάρι. Η πορεία γινόταν μέσα στο δάσος με πολύ χιόνι και δυνατό κρύο. Πάγωνε κάθε ακάλυπτο μέρος του σώματος. Τα χέρια όσων κράταγαν οπλοπολυβόλο ξύλιασαν. Κατευθύνθηκε όλο το τμήμα νοτιοδυτικά σε μια ρεματιά που υπήρχε κάποιος μύλος εγκαταλειμμένος κοντά στο χωριό Δάφνη. Κι εκεί το κρύο ήταν φοβερό. Την επομένη πήρε ο Διαμαντής επαφή με τους κατοίκους της Δάφνης. Το χωριό ήταν ελεύθερο. Τα τμήματα στρατού δεν κινήθηκαν ως τις 17 του Μάρτη. Είχαν οχυρωθεί πάνω από το Μαυρολιθάρι. Στις 18/3/1947 οργανώθηκε επίθεση ενάντιά τους από το Αρχηγείο Ρούμελης.
Το ΑΡ είχε συγκροτηθεί στις 25 Γενάρη 1947 στο χωριό Αργύρια από τους: Γούσια (Γιώργη Βοντίτσιο), Νίκο Τριανταφύλλου, Γιώτη (Χαρίλαο Φλωράκη), Διαμαντή (Γιάννη Αλεξάνδρου) και Ερμή (Βασίλη Πριόβολο).
 
Ε΄. Η ομάδα Κομάντος του Γιώργη Δημόπουλου
 «Στο χωριό Δάφνη καθίσαμε 3-4 μέρες. Και ύστερα ξεκινήσαμε για το χωριό Στρόμη. Στείλαμε στο χωριό άνθρωπο να πάρει πληροφορίες.
Αλλά μέσα ήταν κρυμμένοι, ένας λόχος ΜΑΥδες και χωροφύλακες και μας τραυματίσανε δυο παιδιά. Το Στάθη το Σχοινά από το Μόδι, που δεν πρόλαβε να ξεφύγει, τραυματισμένος, τον έπιασαν και του έκοψαν το κεφάλι. Το τμήμα μας προχώρησε μέχρι τον Παρνασσό και ξαναεπέστρεψε.
Στις αρχές Γενάρη, η διοίκηση του Αρχηγείου οργάνωσε την επιχείρηση στο Σταθμό Μπράλου. Η επιχείρηση έγινε με το πρότυπο των κομάντος. Ο Γ. Γεωργιάδης, στρατιωτικός υπεύθυνος, πρώτον επέλεξε εμένα και με ενημέρωσε. Στην επιχείρηση θα παίρναμε μέρος 8 κομάντος και ένας βομβιστής.
Όταν σουρούπωσε ξεκινήσαμε. Φτάσαμε μέσα στον κάμπο του Μπράλου, βρήκαμε ένα μικρό ρεματάκι και καμουφλαριστήκαμε να μείνουμε μέχρι το μεσημέρι οπότε θα γινόταν η επιχείρηση. Ομως, το σύνθημα και το παρασύνθημα δεν ανταποκρίθηκαν στην πραγματικότητα. Γιατί το σύνθημα εκκίνησης των κομάντος να μπούμε μέσα στο σταθμό ήταν το σφύριγμα του τρένου. Όταν το τρένο έφτασε στο σταθμό του Δαδιού, σφύριξε, όταν έφυγε από το Δαδί για τη Σουβάλα ξανασφύριξε. Όταν όμως έφυγε από τη Σουβάλα για το σταθμό της Γραβιάς δε σφύριξε. Οι κομάντος φτάσαμε στο σταθμό 10 λεπτά μετά από το τρένο.
Είδαμε να τρέχουν προς το σταθμό ένας παπάς και δύο γυναίκες. Βγήκαμε από την κρυψώνα μας και ρωτήσαμε τον παπά γιατί τρέχουν. Εκείνος απάντησε: Ήρθε το τρένο και δε θα το προλάβουμε". Με ανοιχτό βάδισμα φτάσαμε στο σταθμό όταν τουλάχιστον οι μισοί επιβάτες είχαν κατεβεί από το τρένο.
Χωρίς να χάσουμε την ψυχραιμία μας πιάσαμε τις θέσεις μας. Δέκα μέτρα δίπλα από μένα ήταν δύο λοχαγοί. Φυσικά ήταν εύκολο πράγμα να ρίξω, δε θα είχε όμως επιτυχία η επιχείρηση. Επιτυχία θα είχαμε μόνο όταν χτυπούσαμε το χωροφύλακα που έκανε έλεγχο στους επιβάτες.
 
Αυτό κι έγινε. Με ταχύτητα ρίξαμε μια ριπή στο χωροφύλακα και μια άλλη ριπή στους δύο λοχαγούς. Ο ένας λοχαγός πρόλαβε κι έβγαλε το πιστόλι του. Ταυτόχρονα ρίξαμε ριπές στον αέρα και απευθυνθήκαμε με φωνές προς τους φαντάρους: "Φανταράκια, είμαστε αδέρφια, μη μας πολεμάτε, εμείς πολεμάμε τους κατακτητές τους Αμερικάνους".
Ένας φαντάρος πέταξε το όπλο του και ήρθε εκεί ακριβώς που του υποδείχναμε. Σε συνέχεια παραδοθήκανε 40 φαντάροι, 4 ανθυπασπιστές και 2 λοχαγοί. Στις φωνές: "Πολίτες, ψηλά τα χέρια!..", όλοι οι επιβάτες, περίπου 280, ύψωσαν τα χέρια και προχώρησαν στο μέρος που τους υποδείχναμε.
Σε 16 περίπου λεπτά έφτασε το τμήμα μας αναπτυγμένο σε διάταξη μάχης. Ο Νίκος Τριανταφύλλου μάζεψε τους επιβάτες να τους μιλήσει. Όμως προτού τους μιλήσει τους είπε να κατεβάσουν τα χέρια τους. Αυτοί από το φόβο τους δεν τα κατέβαζαν, οπότε οι αντάρτες τους ανάγκασαν να τα κατεβάσουν. Μετά την ομιλία βάλαμε φωτιά στο τρένο, στις αποθήκες και στο σταθμό . Και φύγαμε με κατεύθυνση το χωριό Κάνιανη με μεγάλες αποστάσεις.
Οι απώλειες του εχθρού: Ένας χωροφύλακας και 2 λοχαγοί. Απώλειες δικές μας: Καμία. Απώλειες των επιβατών: Ένας οπλίτης ελαφριά τραυματίας στον αστράγαλο από βλήμα που εξοστρακίστηκε. Οι πολίτες και οι φαντάροι αφέθηκαν ελεύθεροι.
Λάφυρα: 36 όπλα, οπλοπολυβόλα και αυτόματα, 12 χειροβομβίδες μιλς.
Επιτυχία της επιχείρησης 100%.
Ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία θεωρείται το θάρρος και ο ενθουσιασμός που δώσαμε στα χωριά και σ' όλη την περιφέρεια. Γιατί ήταν η πρώτη μάχη που έγινε σε κάμπο, μέρα μεσημέρι, και μάλιστα λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Από την Κάτω Κάνιανη στις βραδινές ώρες, η Διοίκηση έδωσε εντολή να συμπτυχθούμε στην Απάνω Κάνιανη. Πλην μιας ομάδας που έμεινε σαν οπισθοφυλακή στα υψώματα της Κάτω Κάνιανης. Μαζί της ήτανε ο Γεωργιάδης, ο Νίκος Τριανταφύλλου κι εγώ. Το πρωί το παρατηρητήριο είδε μια ολόκληρη εχθρική ταξιαρχία να κινείται από το σταθμό του Μπράλου με 4 τανκς προς τα Καστέλια. Κι ένα τάγμα κατευθύνθηκε προς την Κάτω Κάνιανη. Η ομάδα του Ντρίζα, που ήταν οπισθοφυλακή, είχε πάρει θέσεις μάχης και επιτέθηκε. Οι τρεις ανιχνευτές του εχθρού χτυπηθήκανε. Άναψε η μάχη. Εάν αυτοκίνητο στρατιωτικό φορτηγό ανατινάχθηκε. Ο Δημήτρης Γλυκός και ο Γιώργης Ντόσκας αρπάξανε από ένα οπλοπολυβόλο, οχυρωθήκανε στις γωνιές των σπιτιών και βάλανε κατά του εχθρικού τάγματος. Το τάγμα διαλύθηκε. Οι φαντάροι σκόρπισαν μέσα στον κάμπο.
Οι απώλειες του εχθρού ήτανε 7 νεκροί και πολλοί τραυματίες. Απώλειες δικές μας, καμιά. Λάφυρα που πήραμε: Τρία οπλοπολυβόλα, ένα αυτόματο και 14 όπλα».
 
ΣΤ΄. Ποιοι συμμετείχαν:
Ο Κώστας Πεντεδέκας δίνει τον παρακάτω κατάλογο ανταρτών - όσο θυμάται. Και προσθέτει: Αρχηγός ο Διαμαντής. Πολιτικός Επίτροπος ο Γ. Κουτρούκης. Ο Ν. Τριανταφύλλου εκπρόσωπος περιοχής Στερεάς του ΚΚΕ. Ο Γ. Γεωργιάδης, μόνιμος αξιωματικός, που ήρθε από το Μπούλκες. Όλη η δύναμη δεν ξεπερνούσε τους 50 μαχητές. Από αυτούς ζουν μόνο τρεις: Κουτρούκης, Γκούρας και Πεντεδέκας. Ονόματα μαχητών από το Αρχηγείο Οίτης, που πήραν μέρος στην επιχείρηση, δε θυμάται.
Αλεξάνδρου Γιάννης (Διαμαντής),
Τριανταφύλλου Νίκος,
Γεωργιάδης Γιώργης,
Κουτρούκης Γιώργος,
Βλαχούτσικος Γιώργος (Ευβοιώτης),
Γιαννόπουλος Θύμιος (Τσότρας),
Γλυκός Δημήτρης,
Δημόπουλος Γιώργος,
Δρούκαλης Θανάσης (Γκούρας),
Διένης Νίκος (Παπούας),
Καψής Θύμιος (Ανάποδος),
Καρβελάς Φίλιππος,
Καρούμπης Γιώργος (Γαύρος),
Κουτσοδόντης Δημήτρης (Αίας),
Κοκοβός Αγγελος (Γιαλίστρας),
Λαγογιάννης Θανάσης (Τίνης),
Μανώλης Γιάννης (Αλογάρης),
Μάμαλης Στέργιος (Γεροδήμος),
Ντρίζας Λεωνίδας,
Ρούλιας Θανάσης,
Σιάτρας Γκόλφης (Σβάρνας),
Σιαμήτρος Νίκος,
Σιαμπάνης Κώστας (Δαφνομήλης),
Σωτηρόπουλος Φάνης (Παρνασσός),
Τριανταφύλλου Γιώργος (Μολιώτης),
Τζίτζηρας Λουκάς (Πλιατσικολούκας),
Σύρος Γιάννης (Συρόγιαννος),
Αρκουμάνης Χαράλαμπος (Τρομάρας),
Μανιάς Νίκος (Νικοτσάρας),
Πεντεδέκας Κώστας,
Λάσκος Παντελής (Πελοπίδας),
Παπάρας Φώτης,
Μαφούνης Γιάννης.
Παραπομπές:
1. Ο Αίας (Αλέκος Ραχούτης) δεν είχε καταταγεί ακόμα στο ΔΣΕ. Στο τμήμα του Διαμαντή ήταν και συμμετείχε στην επιχείρηση ο άλλος Αίας (Μήτσος Κουτσοδόντης) από την Κόμνινα Λοκρίδας.
2. Στον κόσμο δε μίλησε ο Αίας (Ραχούτης). Μίλησε ο Νίκος Τριανταφύλλου, ο οποίος μόλις είχε βγει από τη Λαμία στο ΔΣΕ, αρχηγός, αμέσως μετά το Αρχηγείο Φθιωτιδοφωκίδας.
3. Το τρένο πήγαινε μέχρι Μπράλο. Οι επιβάτες μεταφέρονταν στη Λαμία και στο Λιανοκλάδι με αυτοκίνητα. Οι γαλαρίες, οι γέφυρες και του Γοργοπόταμου είχαν ανατιναχθεί το 1944 από τους Γερμανούς όταν έφευγαν. Η γραμμή για Λιανοκλάδι αποκαταστάθηκε το 1949 (Ζήση Πρωτόπαπα: «Τουριστικός Σιδηροδρομικός Οδηγός», Αθήνα, 1992).
4. Αποστολιά (Κάνιανη), όχι Αποστολάτες.
5. Από το βιβλίο του Γιώργη Κουτρούκη: «Εν Ψυχρώ» (Εκδ. Κ. Καπόπουλος, 1996).
6. ΟΥΝΡΑ: Επιτροπή Βοήθειας Ηνωμένων Εθνών.
Σημειώνουμε το βαθμό των τριών πρωταγωνιστών. Από την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση (ΠΔΚ) είχαν ονομαστεί: Ο Γ. Κουτρούκης Ταγματάρχης πεζικού, ο Κ. Πεντεδέκας Ταγματάρχης Πολιτικός Επίτροπος και ο Γ. Δημόπουλος Λοχαγός πεζικού.
Πηγή: Ριζοσπάστης Κυριακή 25 Ιούνη 2006