Ο πατέρας και οι τρεις γιοί PDF Εκτύπωση E-mail
Πέμπτη, 28 Νοέμβριος 2013 08:31

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια έρημη και απρόσιτη περιοχή, ζούσε σε ένα φτωχικό καλύβι ένας γέροντας με τους τρεις γιούς του. Τα χρόνια ήταν δύσκολα, ο γέροντας είχε χάσει την γριά του και τα βαθειά γηρατειά λύγιζαν τους ώμους του. Τα παιδιά του μεγάλωσαν και μη βλέποντας προκοπή στον τόπο που κατοικούσαν, τα κάλεσε και τα συμβούλεψε να φύγουν μακριά, προκειμένου ζήσουν καλύτερα.

 Μαζί με την ευχή του, έδωσε και στον κάθε ένα από κάτι, συνιστώντας τους, να το εκμεταλλευτούν με τον καλύτερο τρόπο.

Στον πρώτο του γιό έδωσε ένα κόκορα, στον δεύτερο ένα δρεπάνι και στον τρίτο τον μικρότερο, έναν γάτο. Οι γιοί του συγκινημένοι και με δάκρυα στα μάτια, φίλησαν τον γέροντα πατέρα τους και ξεκίνησαν για το μακρύ ταξίδι του ξενιτεμού.

Προχωρώντας και οι τρεις μαζί, σε κάποιο σημείο του δρόμου ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού. Αγκαλιάστηκαν και κάθε ένας πήρε διαφορετικό μονοπάτι για να βρει την τύχη του.

Ο πρώτος γιός με το ταγάρι* του στον ώμο, με λίγο ψωμί και κρεμμύδι για να ξεγελά την πείνα του, πήρε το δρόμο με συντροφιά του τον κόκορα. 

Δρόμο έπαιρνε, δρόμο άφηνε, ημέρες και νύχτες περπατούσε, ώσπου κάποιο απόγευμα, έφτασε αποκαμωμένος στο πανδοχείο ενός μικρού χωριού.

“ Καλησπέρα σας” απεύθυνε τον χαιρετισμό του σε μια παρέα χωρικών που βρίσκονταν στο πανδοχείο απολαμβάνοντας το κρασί τους.

“ Γεια σου και σένα” ανταπάντησαν αυτοί.

“ Μπορώ να μείνω για σήμερα εδώ και να με φιλέψετε** κάτι;” τους ρώτησε το αποκαμωμένο παλληκάρι.

“Και το ρωτάς παλληκάρι μου;” του απαντά ο πανδοχέας.

Λέγοντάς του αυτά τα λόγια, του σέρβιρε ένα ψωμί και ένα πιάτο με ζεστή σούπα. Το παλληκάρι πεινασμένο, έπεσε με τα μούτρα στο ζεστό φαγητό, τρώγοντάς το με μεγάλες μπουκιές. Τελειώνοντας το φαγητό του, ακούει τον πανδοχέα να λέει σε τρία παλληκάρια του χωριού.

“Άντε μωρέ παλληκάρια, πρέπει να ξεκινήσετε τον δρόμο σας για να φέρετε το ξημέρωμα!!!”

Το παλληκάρι έμεινε άναυδο και ρώτησε:

“Για ποιο ξημέρωμα μιλάτε;”

“Να μωρέ” του λέει ο πανδοχέας. “Κάθε απόγευμα στέλνουμε τρία παλληκάρια να βαδίσουν, ώσπου να βρουν το ξημέρωμα”.

Το παλληκάρι έβαλε τα γέλια και απάντησε: “Δεν χρειάζεται να πάτε πουθενά. Ο κόκορας μου θα λαλήσει την ώρα που πρέπει και το ξημέρωμα θα έρθει” και λέγοντας αυτά, βγάζει από το ταγάρι του τον κόκορα. Οι χωριάτες και ο πανδοχέας γούρλωσαν τα μάτια από έκπληξη βλέποντας τον κόκορα. Δεν ματά είχαν δει τέτοιο πουλί!

“Τι είναι αυτό παλληκάρι μου” τον ρωτάνε όλοι μ ένα στόμα.

“Αυτό το πουλί είναι ο κόκορας, θα λαλήσει και θα ξημερώσει” απαντά το παλληκάρι.

“Είσαι σίγουρος;” τον ρωτάνε. “Γιατί εμείς αφήνουμε τις δουλειές μας και τον ύπνο μας και κάνουμε πολύ δρόμο για να βρούμε το ξημέρωμα” του απαντούν.

“Μην νοιάζεστε, θα πέσουμε να κοιμηθούμε όλοι και μόλις ο κόκορας λαλήσει, θα έρθει το ξημέρωμα” τους απαντά. Πράγματι πέφτουν όλοι τους για ύπνο, δυσπιστώντας γι αυτό που τους λέει το παλληκάρι!

Μετά από ώρες, μέσα στην απόλυτη ησυχία ακούγεται το λάλημα του κόκορα: “ Κικιρίκουουουου, κικιρίκουουου, κικιρίκουουου”. Πετάγονται όλοι απ τα κρεβάτια τους και τι να δουν! Ο ήλιος άρχισε να ξαγναντεύει απ το απέναντι βουνό! Τρελοί απ την χαρά τους σφίγγουν στην αγκαλιά τους το παλληκάρι, παρακαλώντας τους, να τους πουλήσει τον κόκορα.

“Δεν μπορώ να σας τον πουλήσω, είναι ότι μου έμεινε απ τον πατέρα μου” αποκρίνεται αυτός.

“Πες μας πόσα λεφτά θέλεις και μείς θα σου τα δώσουμε” του απαντούν οι χωρικοί! Με τα πολλά, μαζεύουν απ όλο το χωριό φλουριά χρυσά, διαμάντια, δαχτυλίδια και αγοράζουν τον κόκορα, κάνοντας πάμπλουτο το παλληκάρι.

Ο δεύτερος γιός παίρνοντας άλλο δρόμο, με το ταγάρι του στον ώμο και λίγο ψωμί για κολατσιό, περπατά ατέλειωτες ώρες. Πέρνα βουνά, φαράγγια, ποτάμια, και κάποια στιγμή φτάνει σε έναν απέραντο κάμπο γεμάτο με στάχυα. Στην άκρη του απέραντου κάμπου, μια ομάδα ανθρώπων πάσχιζε να κόψει τα στάχυα, άλλος με το μαχαίρι και άλλος ξεριζώνοντάς τα.

“ Καλημέρα σας” τους χαιρέτισε πρόσχαρα το παλληκάρι. “ Τι κάνετε εκεί;” τους ρωτά.

“ Καλημέρα παιδί μου” του απαντά ο γεροντότερος. “ Όπως βλέπεις έχουμε μεγάλη σοδειά φέτος και θερίζουμε τα στάχυα γιατί θα μας πάρει πολύς καιρός να τελειώσουμε”.

“ Μα γιατί τα ξεριζώνετε και τα βγάζετε με τα χέρια τα στάχυα, αργείτε έτσι!” αποκρίνεται το παλληκάρι.

“Μα δεν γίνεται αλλιώς!” του απαντά έκπληκτος ο γέροντας.

Μια και δυό το παλικάρι βγάζει το δρεπάνι από το ταγάρι, σκύβει πάνω από τα στάχυα και “χράπ χρουπ” αρχίζει με ταχύτητα να τα μαζεύει!

“Τι εργαλείο είναι αυτό παλληκάρι μου, ρωτούν όλοι μαζί” περιτριγυρίζοντας όλο περιέργεια το παλληκάρι.

“Ααααα! Αυτό είναι δρεπάνι και είναι δώρο του πατέρα μου” τους απαντά.

“Πες μας πόσα λεφτά θέλεις και μείς θα σου τα δώσουμε” του απαντούν οι χωρικοί!

“ Δεν μπορώ να σας το δώσω” απαντά το παλληκάρι.

 “Σε παρακαλούμε πολύ, μας σώζεις!!! Έχουμε κουραστεί πάρα πολύ και χάνουμε τις σοδειές μας ” του απαντούν αυτοί. Με τα πολλά, καταφέρνουν να πείσουν το παλληκάρι να πουλήσει το δρεπάνι, γεμίζοντάς τον με πλούτη που δεν φανταζόταν ούτε στα πιο τρελά του όνειρα.

Ο τρίτος και μικρότερος γιός ακολούθησε διαφορετικό δρόμο. Στην πλάτη του το ταγάρι με λίγο ψωμί και ελιές για να ξεγελάει την πείνα του και συντροφιά του τον γάτο. Πέρασαν μερόνυχτα περπατώντας, σταματώντας πότε πότε για να ξεκουραστεί. Κάποια στιγμή βλέπει μπροστά του ένα μεγάλο μοναστήρι. Όπως ήταν κουρασμένος και πεινασμένος, χτύπησε την πόρτα για να ζητήσει φιλοξενία. Πράγματι, του άνοιξαν την πόρτα και τον οδήγησαν στον ηγούμενο. Ο ηγούμενος, μια ευγενική γεροντική μορφή, τον υποδέχτηκε θερμά!

“ Κάτσε παλληκάρι μου όσο θες στο μοναστήρι μας, μιας και βραδιάζει θα φάμε το βραδινό μας και θα ξεκουραστούμε” του απάντησε ο ηγούμενος. Λέγοντάς του αυτά τα λόγια, τον οδήγησε σε μια τεράστια τραπεζαρία, η οποία ήταν στρωμένη με κουτάλια και πιρούνια. Παρατήρησε όμως, ότι δίπλα σε κάθε θέση, κάθονταν και ένας καλόγερος με ένα μεγάλο ραβδί!

Όπως κάθισε δίπλα στον ηγούμενο, άρχισαν οι καλόγεροι να φέρνουν τα πιάτα με το φαγητό και γυρνώντας στον ηγούμενο τον ρώτησε:

“ Μα τι κάνουν οι καλόγεροι με αυτά τα ραβδιά στα χέρια;”

“ Αχ παιδί μου. Μας έχει βρει μεγάλο κακό! Το μοναστήρι μας είναι γεμάτο μεγάλα ποντίκια και μας αρπάζουν το φαγητό. Γι αυτό έχουμε τους καλόγερους με τα ραβδιά να τα απομακρύνουν, μήπως μπορέσουμε και φάμε” του απαντά ο ηγούμενος κλαίγοντας, ενώ ταυτόχρονα κάνουν την εμφάνισή τους οι ποντικοί, που χυμάνε πάνω στα πιάτα με το φαγητό!

“Μην στεναχωριέσαι καθόλου για αυτό, θα τους κανονίσει ο γάτος μου” του απαντά το παλληκάρι, βάζοντας ταυτόχρονα το χέρι του στο ταγάρι και βγάζοντας έξω τον πεινασμένο γάτο.

Μια και δυό και νιαουρίζοντας δυνατά, ο γάτος ξεχύνεται πάνω στους ποντικούς που βλέποντάς τον εξαφανίζονται με μιας, ενώ δυο τρεις απ αυτούς βρίσκονται ήδη στα νύχια του γάτου.

“Πω, πω, πω, μωρέ τι θεριό ειν αυτό; ” αναφωνούν όλοι μαζί

“Άγιε πατέρα σωθήκαμε. Πες το παλληκάρι, πόσο το πουλάει το θεριό να το αγοράσουμε και να απαλλαχτούμε από τους ποντικούς” αναφωνούν οι καλόγεροι.

“Δεν μπορώ να σας τον πουλήσω, είναι ότι μου έμεινε απ τον πατέρα μου” αποκρίνεται αυτός.

“Θα σε γεμίσουμε με του κόσμου τα χρυσά φλουριά, ρουμπίνια, διαμάντια, εάν μας δώσεις το θεριό” του προτείνει ο ηγούμενος. Τι να κάνει το παλληκάρι, τα πλούτη είναι πολλά, δέχεται και πουλάει το γάτο του. Πάμπλουτος πια πέφτει και κοιμάται στο κελί του.

Το πρωί γεμάτος χαρά ξυπνά, οι καλόγεροι ευτυχισμένοι του σερβίρουν το πρωινό και τον ξεπροβοδίζουν στην πόρτα του μοναστηριού. Το παλληκάρι μην πιστεύοντας την τύχη του, περπατά γρήγορα μην μετανιώσουν οι καλόγεροι για την συναλλαγή.

Ύστερα από λίγη ώρα στο μοναστήρι, ο ηγούμενος φωνάζει ένα καλόγερο και του λέει:

“ Τρέξε να προλάβεις τον άνθρωπο που μας έσωσε και να τον ρωτήσεις άμα τελειώσουν τα ποντίκια ,το θεριό τι θα το ταΐζουμε;”

Πράγματι ο καλόγηρος αρχίζει να βαδίζει γρήγορα αλλά στον ορίζοντα δεν φαίνεται η μορφή του παλληκαριού, αναγκάζοντάς τον να αρχίσει να τρέχει. Πράγματι μετά από ώρα βλέπει μακριά του την μορφή του παλληκαριού. Βλέποντάς τον το παλληκάρι ανησυχεί μήπως το μετάνιωσαν και ανοίγει το βήμα του.

Βλέποντας ο καλόγηρος ότι δεν τον φτάνει, φωνάζει κάνοντας τα χέρια του χωνί και βάζοντάς τα στο στόμα:

“ Εεεεεεεεε λεβέντηηηηη! Όταν τελειώσουν τα ποντίκια τι να ταΐζουμε το θεριόοοοο;”

Το παλληκάρι γυρίζει και του φωνάζει: “Έναν κάρβελο την μέρα” .

Ο καλόγηρος απ την κούραση και την απόσταση δεν ακούει καλά και νομίζει ότι το παλληκάρι του είπε έναν καλόγερο την ημέρα. Προκειμένου να το επιβεβαιώσει τρέμοντας απ το φόβο του, ξαναρωτά:

“ Έναν καλόγερο την ημέραααα;”

“ Ναι, Ναιιιιιιι” του απαντά το παλληκάρι μην ακούγοντας κι αυτό με την σειρά του καλά.

Τα πόδια του καλόγερου έχουν φτάσει στις πλάτες απ το τρέξιμο, τα ράσα του ανεμίζουν, ενώ η καρδιά του χτυπά σαν τρελή απ τον φόβο της. Φτάνει ξαναμμένος, ιδρωμένος και τρομοκρατημένος μπροστά στον ηγούμενο που τον περιμένει ανυπόμονος μαζί με τους υπόλοιπους καλόγερους.

“ Άγιε πατέρα. Μου είπε άμα τελειώσουν τα ποντίκια, θα τρώει ένα καλόγερο την ημέρα!”

Φωνές πανικού γέμισαν το μοναστήρι! “ Φεύγουμε τώρα χωρίς να πάρουμε τίποτα πριν μας φάει το θεριό. Και βάλτε φωτιά στο μοναστήρι να το κάψουμε” φωνάζει όλο τρόμο ο ηγούμενος.

Πράγματι φεύγουν απ το μοναστήρι βάζοντάς του φωτιά. Μετά από αρκετή ώρα δρόμου, ο ηγούμενος προστάζει ένα καλόγερο να πάει στο μοναστήρι και να δει αν αυτό κάηκε και μαζί του και ο γάτος.

Ο καλόγερος που επιλέχτηκε, φοβάται να πάει κοντά στο μοναστήρι και το παρατηρεί από μακριά. Ξάφνου, μέσα απ τα χαλάσματα ξεπροβάλλει ο γάτος, ο οποίος γλύφοντας την πατούσα του καθαρίζεται από την κάπνα.

Μόλις τον βλέπει ο καλόγερος αρχίζει να τρέχει με την ψυχή στο στόμα και μετά από κάμποση ώρα φτάνει στον ηγούμενο και τους υπόλοιπους καλόγερους.

“ Τι έγινε;” Ρωτά ο ηγούμενος με ανυπομονησία

“ Άγιε πατέρα, δεν κάηκε το θεριό! Είχε ανέβει στο καμπαναριό, έκανε τον σταυρό του και έλεγε: Χριστέ και παναγία μ, άμα τους βρω τους καλόγερους θα τους φάω όλους!” απαντά ο καλόγερος.

“ Γρήγορα να φύγουμε” φωνάζει τρομοκρατημένος ο ηγούμενος, με τους καλόγερους να έχουν γίνει άφαντοι!

Έτσι τα αγόρια του γέροντα, έζησαν πάμπλουτα, παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένειες, ενώ οι καλόγεροι το φυσάγανε και δεν κρύωνε με αυτό που πάθανε!

Έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

 

*Ταγάρι: Μικρός σάκος από χοντρό χειροποίητο μάλλινο ύφασμα που κρέμεται από τον ώμο και το χρησιμοποιούσαν οι χωρικοί για να βάζουν την τροφή τους.

**φιλεύω: Προσφέρω κάτι με φιλική διάθεση σε φαγώσιμο ή ποτό, κάνω το τραπέζι.

Αφήγηση: Κωνσταντίνος Δ. Τζιβάρας
Επιμέλεια: Δημήτρης Αλέξ. Πολυζωϊδης