Ο Κουτσουκουκουτάκος PDF Εκτύπωση E-mail
Παρασκευή, 08 Μάρτιος 2013 07:55
Μια φορά και έναν καιρό, τα πολύ παλιά χρόνια, σε ένα φτωχό και ετοιμόρροπο καλύβι ζούσε ένα ηλικιωμένο αντρόγυνο. Η φτώχεια ήταν απερίγραπτη και ίσια που κατάφερναν να γεμίζουν το μικρό κατσαρολάκι τους με λιγοστό φαΐ.
Παρέα τους είχαν ο μεν γέρος έναν σκύλο, η δε γριά έναν πανέξυπνο και μικροκαμωμένο κόκορα που τον ονόμαζε κουτσουκουκουτάκο!

Όσο περνούσαν οι μέρες, η εξεύρεση φαγητού γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Η γριά μην αντέχοντας τόση φτώχια λέει κάποια μέρα στον γέρο:

“Άντρα μου δεν μπορούμε να τα βγάλουμε έτσι άλλο πέρα. Λέω να στείλουμε τον κουτσουκουκουτάκο μήπως καζαντίσει* τίποτα”. Ο γέρος συμφώνησε με την ιδέα της γριάς και αποφάσισαν να στείλουν τον κουτσουκουκουτάκο να καζαντίσει.

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει ο κουτσουκουκουτάκος, διασχίζοντας πεδιάδες, βουνά, μονοπάτια, λαγκάδια. Στον δρόμο που πήγαινε, συναντά μια αλεπού!

“Για πού το βαλες κουτσουκουκουτάκο;” Τον ρωτά αυτή.

“Πάω να καζαντίσω” απαντά ο κουτσουκουκουτάκος.

“Να έρθω και εγώ μαζί σου;” τον ρωτά η αλεπού.

“Και δεν έρχεσαι;” αποκρίνεται αυτός λέγοντας: “Ρούφα κώλε μ την αλπού, ρούφα κώλε μ την αλπού”. Ο κώλος του κουτσουκουκουτάκου στο λεπτό ρούφηξε την αλεπού!

Συνέχισε, λοιπόν, το μακρινό του ταξίδι ώσπου κάποια στιγμή συναντά στο διάβα του μια μέλισσα.

“Για πού το βαλες κουτσουκουκουτάκο;” τον ρωτά η μέλισσα.

“Πάω να καζαντίσω” απαντά ο κουτσουκουκουτάκος.

“Να έρθω και εγώ μαζί σου;” τον ρωτά μέλισσα.

“Και δεν έρχεσαι;” αποκρίνεται εκείνος λέγοντας: “Ρούφα κώλε μ την μέλισσα, ρούφα κώλε μ την μέλισσα”.


Όπως πριν, έτσι και τώρα ο κώλος του ρούφηξε την μέλισσα!

Πότε περπατώντας, πότε ξαποσταίνοντας, ο κουτσουκουκουτάκος έφτασε σε ένα πλατύ και ορμητικό ποτάμι το οποίο ήταν αδύνατον να το διαβεί. Γυρίζει λοιπόν και λέει: “Ρούφα κώλε μ το ποτάμ, ρούφα κώλε μ το ποτάμ”. Πραγματικά για άλλη μια φορά ο κώλος του κουτσουκουκουτάκου ρούφηξε όλο τον ποταμό!

Περνώντας την άδεια κοίτη του ποταμού, συνέχισε το δρόμο του ώσπου μπροστά του, στην μέση του πουθενά, ξεπρόβαλλε ένα πανέμορφο παλάτι. Μια και δυο ο κουτσουκουκουτάκος σκαρφαλώνει στο μπαλκόνι του Βασιλιά και αρχίζει να λαλεί: “ Κικιρίκουουουου, κικιρίκουουου, κικιρίκουουου”.

Πετάγεται θυμωμένος ο Βασιλιάς απ το κρεβάτι του και δίνει διαταγή στους φρουρούς του να πιάσουν αυτόν που τον ξύπνησε από τον βαθύ του ύπνο. Τρέχουν οι φρουροί από εδώ, τρέχουν από εκεί για να τον πιάσουν αλλά αυτός πανέξυπνος και μικρόσωμος όπως ήταν τους ξέφευγε. Τελικά μετά από ώρα, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν και έπεσε στα χέρια των φρουρών, οι οποίοι τον παρουσίασαν στον Βασιλιά.

Καλεί τον σύμβουλό του ο Βασιλιάς, του εξηγεί το πρόβλημα που αντιμετωπίζει με τον κουτσουκουκουτάκο και τον ρωτά. “Τι λες να τον κάνουμε σύμβουλε, ώστε να απαλλαγούμε μια και καλή απ αυτόν;”.

“Μεγαλειότατε” απαντά ο σύμβουλος, “ εγώ λέω να τον κλείσουμε στο κοτέτσι με τις κότες του παλατιού. Θα ζηλέψει ο κόκορας του παλατιού, θα τον τσιμπήσει και θα τον σκοτώσει κι έτσι θα ησυχάσουμε μια για πάντα απ αυτόν!”.

“ Ωραία η ιδέα σου” απαντά στον σύμβουλο o Βασιλιάς.

“Φρουροί! Κλείστε τον στο κοτέτσι του παλατιού” προστάζει οργισμένος .

Πράγματι οι φρουροί τον οδηγούν στο κοτέτσι και τον αφήνουν έρμαιο στις διαθέσεις του κόκορα. Βλέποντάς τον ο κόκορας του παλατιού, κάνει επίθεση και ο κουτσουκουκουτάκος λέει: “ Αμόλα κώλε μ την αλπού, αμόλα κώλε μ την αλπού”.

Εμφανίζεται η αλεπού ως δια μαγείας, τρώει τον κόκορα και τις κότες και ο κουτσουκουκουτάκος απελευθερώνεται! Αμέσως, σκαρφαλώνει στο μπαλκόνι του Βασιλιά και αρχίζει και πάλι να λαλεί: “ Κικιρίκουουουου, κικιρίκουουου, κικιρίκουουου”.

Πετάγεται απ το κρεβάτι του ο Βασιλιάς ξαφνιασμένος από το λάλημα του κόκορα και γεμάτος θυμό, προστάζει τους φρουρούς του να τον συλλάβουν. Αυτοί, μετά από πολλές προσπάθειες τον οδηγούν και πάλι στον Βασιλιά, ο οποίος είναι πολύ εκνευρισμένος γιατί δεν μπορεί να κοιμηθεί!

Καλεί τον σύμβουλό του και πάλι και τον ερωτά τι πρέπει να γίνει. “Μεγαλειότατε” απαντά ο σύμβουλος, “ εγώ λέω να τον κλείσουμε στο δωμάτιο της Βασιλοπούλας για να τις κάνει παρέα και εσείς να ησυχάσετε απ αυτόν!”.

“ Ας το δοκιμάσουμε” απαντά o Βασιλιάς.

“Φρουροί! Πάρτε τον και παραδώστε τον στην Βασιλοπούλα, με την εντολή να μην τον αφήσει να βγει ποτέ από το δωμάτιό της ”
προστάζει.

Πράγματι οι φρουροί τον οδηγούν στο δωμάτιο της Βασιλοπούλας και της μεταφέρουν την εντολή του πατέρα της. Ο κουτσουκουκουτάκος αμέσως λέει:

“ Αμόλα κώλε μ την μέλισσα, αμόλα κώλε μ την μέλισσα”.

Πράγματι εμφανίζεται η μέλισσα, η οποία τσιμπά την Βασιλοπούλα! Αυτή από το τσίμπημα αρχίζει να πρήζεται και πανικόβλητη ανοίγει την πόρτα του δωματίου της ζητώντας βοήθεια! Ο κουτσουκουκουτάκος βρίσκει την ευκαιρία και απελευθερώνεται πάλι!

Μια και δυο ξανασκαρφαλώνει στο μπαλκόνι του Βασιλιά και αρχίζει και πάλι να λαλεί: “ Κικιρίκουουουου, κικιρίκουουου, κικιρίκουουου”.

Ο Βασιλιάς που δεν έχει κοιμηθεί ούτε στιγμή, ακούει ξανά το λάλημά του και είναι πραγματικά εξαγριωμένος! Φωνάζει τους φρουρούς να τον συλλάβουν και να τον παρουσιάσουν μπροστά του. Οι φρουροί επιστρατεύοντας όλες τους τις δυνάμεις, τον συλλαμβάνουν και τον οδηγούν και πάλι στο εξαγριωμένο Βασιλιά που τους περιμένει καθισμένος στον θρόνο του.

“Τέρμα παλιοκόκορα! Μέχρι εδώ ήτανε!”. “Φρουροί! Ανάψτε τον φούρνο του παλατιού με πολλά ξύλα, αφήστε τον να κάψει καλά και ρίξτε τον μέσα, να ησυχάσω μια και καλή από δαύτον!

Οι φρουροί συγκεντρώνουν μεγάλες ποσότητες ξύλων, ανάβουν τον φούρνο και όταν αυτός έχει καεί πολύ, τον ρίχνουν μέσα! Αμέσως ο κουτσουκουκουτάκος λέει: “Αμόλα κώλε μ το ποτάμ, αμόλα κώλε μ το ποτάμ”.

Το ποτάμι εμφανίζεται με ορμή και σβήνει τον φούρνο, σώζοντας τον κουτσουκουκουτάκο κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή!

Αφού γλίτωσε, επιστρέφει στο μπαλκόνι του Βασιλιά συνεχίζοντας το βιολί του: “ Κικιρίκουουουου, κικιρίκουουου, κικιρίκουουου”.

Ο Βασιλιάς κοντεύει να του έρθει κόλπος**! Έξαλλος απειλεί θεούς και δαίμονες, φωνάζει βρίζοντας τους φρουρούς και τους συμβούλους του!

“Πιάστε τον και φέρτε τον γρήγορα μπροστά μου”.


Οι φρουροί τον συλλαμβάνουν για άλλη μια φορά και τον οδηγούν στον Βασιλιά! Αυτός τρέμοντας από τα νεύρα του, απευθύνεται στους συμβούλους του λέγοντας: “Σας αμείβω με τόσα χρυσά φλουριά για τις συμβουλές σας και δεν μπορείτε να μου δώσετε μια λύση με αυτόν τον κόκορα για να ησυχάσω!”.

Ένας από τους συμβούλους τρέμοντας την οργή του Βασιλιά λέει δειλά:

“ Μεγαλειότατε εγώ λέω να τον βάλουμε στο θησαυροφυλάκιό σας όπου φυλάτε τα χρυσά φλουριά. Θα φάει τόσα χρυσά φλουριά ώσπου θα σκάσει και έτσι θα γλιτώσουμε από αυτόν και τα χρυσά φλουριά θα μας μείνουν!”

“Ας γίνει κι έτσι”
απαντά ο Βασιλιάς.

Μεταφέρουν τον κουκουτσουκουτάκο στο θησαυροφυλάκιο, όπου φυλάγονται σωροί από χρυσά φλουριά! Αυτός αρχίζει να τα καταπίνει ένα – ένα μέχρι σκασμού. Στο στόμα του δε κρατά ένα χρυσό φλουρί παίρνοντας τον δρόμο του γυρισμού.

Περπατώντας μερόνυχτα ολόκληρα, φτάνει στο φτωχικό καλύβι όπου ο γέρος και η γριά έχοντας απομείνει με λιγοστά τρόφιμα, έχουν μαλώσει μεταξύ τους και δεν μιλιούνται! Ο κουτσουκουκουτάκος αφήνει το χρυσό φλουρί στην γριά και της λέει:

“ Άπλωσε μια κουβέρτα καταγής, κρέμασέ με στο κλωνάρι του δέντρου και χτύπα σιγά – σιγά το στομάχι μου με μια βέργα να δεις τι θα βγάλω!”.

Πράγματι η γριούλα ακολουθεί τις οδηγίες του κουτσουκουκουτάκου και έκπληκτη βλέπει χρυσά φλουριά να γεμίζουν την κουβέρτα της! Μια ολάκερη περιουσία! Γεμάτη χαρά τον αγκαλιάζει και τον φιλά μην πιστεύοντας την τύχη της!

Ο γέρος θυμωμένος από την επιτυχία του κουτσουκουκουτάκου ορμηνεύει τον σκύλο να πάει κι αυτός να καζαντίσει. Ο σκύλος δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και όποια στρούγκα ή μαντρί αντικρίζει, σταματά και τρώει τυριά, ξινόγαλα και τυρόγαλα μέχρι να σκάσει! Αφού έχει φάει του σκασμού, παίρνει τον δρόμο του γυρισμού.

Φτάνοντας στο καλύβι, λέει του γέροντα ο οποίος τον περιμένει ανυπόμονος. “Στρώσε καταγής την κάπα σου, κρέμασέ με σ ένα κλωνάρι και χτύπα σιγά – σιγά την κοιλιά μου, να δεις τι θα βγάλω!”.

Γεμάτος χαρά ο γέρος στρώνει την κάπα, κρεμάει τον σκύλο από ένα κλωνάρι και αρχίζει σιγά – σιγά να χτυπά με μια βέργα το στομάχι του, ονειρευόμενος τα πλούτη που τον περιμένουν! Του κάκου όμως! Αντί για χρυσά φλουριά η κάπα του γέρου γεμίζει από τυριά, τυρόγαλα & ξινόγαλα!

Τα μάτια του γέρου γεμίζουν δάκρυα αναλογιζόμενος ότι θα συνεχίσει να ζει φτωχός, ενώ η γριά του θα κολυμπά στα πλούτη. Η καλοσυνάτη γριά όμως τον καλοπιάνει, τον φιλά στο μέτωπο και του λέει: “Μαζί θα ζήσουμε γέρο μου μέχρι το υπόλοιπο της ζωής μας, αγαπημένοι, όπως τότε που ήμασταν φτωχοί! Τα δικά μου πλούτη είναι και δικά σου”. Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο γέρος αγκάλιασε σφιχτά την γριά του ξεσπώντας σε δάκρυα χαράς!

Έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

*Καζάντισει: Να ζητιανέψει
**Να του έρθει κόλπος: Καρδιακό επεισόδιο

Αφήγηση: Γεωργία Χριστοδούλου – Αστρακά
Επιμέλεια: Δημήτρης Αλέξ. Πολυζωϊδης

Τελευταία Ενημέρωση στις Παρασκευή, 08 Μάρτιος 2013 08:02