Ευρετήριο Άρθρου
Ιστορία του Σκαμνού
Σελ. 2
Όλες οι Σελίδες
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΚΑΜΝΟΥ

Από το εξαιρετικό βιβλίο του μεγάλου εκπαιδευτικού Ιωάννη Γ. Βορτσέλα  «ΦΘΙΩΤΙΣ» εκδοθέν το 1907  στην σελίδα 282, αναγράφονται τα παρακάτω που δείχνουν ότι το χωριό μας υπάρχει εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Μεταφέρουμε ένα μικρό απόσπασμα εκ του βιβλίου.
Κατά Φεβρουάριον του 1208 ο πάπας Ιννοκέντιος απέλυσε σιγίλλον αποστολικόν, κατευθυνόμενον προς Βεράρδον τον αρχιεπίσκοπον Αθηνών και τους διαδόχους αυτού, δι΄ ου εξησφάλιζε τη επισκοπή Αθηνών « πάντα τα οποθενδήποτε δικαίως και κανονικώς προσελθόντα κτήματα εν τω παρόντι…..και τα προσατηθησόμενα εν τω μέλλοντι». Τότε προς τοις άλλοις ως κτήμα προς συντήρησιν της λατινικής αρχιεπισκοπής  Αθηνών ωρίσθη υπό του πάπα Ιννοκεντίου και το μέχρι τούδε διατηρούν το όνομα χωρίον Προκοβενίκος του δήμου Ηρακλεωτών της Φθιώτιδος.
Στην σελίδα  461 του αυτού βιβλίου, υπάρχει πίνακας του συγγραφέως με τίτλο Χωρία του Δήμου Ηρακλεωτών και αναφέρει με την σειρά τα χωριά που περιλαμβάνει ο Δήμος αυτός. Στο Νο 19 της σειράς των χωριών διαβάζουμε:
19. Προκοβενίκος:  Διεύθυνσις από Λαμίας Ν, Απόστασις εις ώρας 6, από Αλεποσπήτων Διεύθυνσις Ν, απόστασις εις ώρας 5, Πληθυσμός κατά την απογραφήν του 1686 άτομα 146, κατά την απογραφήν του 1810 άτομα 100.
Στις σελίδες 460, 461 & 462 του ομώνυμου βιβλίου διαβάζουμε ότι το χωριό μας υπάγονταν πρώτα στο Δήμο Οιταίων και μετεφέρθει στο Δήμο Ηρακλεωτών. Μεταφέρουμε απόσπασμα του βιβλίου:
Ο Δήμος Οιταίων περιελάμβανε τα χωρία Δαμάστα, Δρακοσπηληά, Μουσταφάμπεη, Μοσχοχώρι, Ελευθεροχώρι και Προκοβενίκον, είχε δε πρωτεύουσαν το Μοσχοχώριον.
Ο δε των Ροδουντίων τα χωρία Παύλιανη, Γαρδικάκη, Κουμαρίτσι και Σκληθράκι και είχε πρωτεύουσαν την Παύλιανην.
Ο δε Δρυόπων τα χωρία Κομποτάκι (ως αναγράφεται εν τω του 1837 Πίνακι των δήμων του Κράτους), Αλπόσπητα, Βαρδάταις, Δύο-Βουνά, Δέλφινον, Κωσταλέξη και Φραντζή, είχε δε πρωτεύουσαν το Κομποτάκι, ήτοι της Κομποτάδες. Ο Δήμος έλαβε το όνομα εκ της ενδόξου εν τη αρχαιότητι πόλεως Ηρακλείας, ης τα ερείπια σώζονται παρά το χωρίον Μουσταφάμπεη, αλλ΄ ορθότερον ηδύνατο να ονομασθή δήμος Οιταίων.
Το Βασιλικόν Διάταγμα περί ενώσεως των δήμων Οιταίων, Ροδουντίων και Δρυόπων εις ένα δήμον, όστις μετωνομάσθη «δήμος Ηρακλεωτών» δεν εύρον δημοσιευμένον εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως.
Ο Δήμος (Ηρακλεωτών) υπάγεται εις το Ειρηνοδικείον Λαμίας. Εδρα δ΄ αυτού είναι από 1 Οκτωβρίου μέχρι 30 Απριλίου τα Αλπόσπητα, από 1 δε Μαϊου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου το Μοσχοχώριον.

Η μοίρα το έφερε έτσι, ώστε το χωριό να βρίσκεται κοντά σε περιοχές που διαδραματίσθηκαν ιστορικά γεγονότα από την Αρχαιότητα έως και σήμερα. (Ανοπαία οδός ή μονοπάτι του Εφιάλτη, πέρασμα των Γαλατών κατά την επίθεσή τους στην Ελλάδα από το ίδιο μονοπάτι, η μάχη της Νευρόπολης, της Πέτρας Σκαμνού, Χάνι της Γραβιάς, πέρασμα Γερμανικών δυνάμεων από το μονοπάτι του Εφιάλτη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Ανατίναξη γέφυρας Ασωπού κ.α).
Στο κείμενο αυτό παρουσιάζουμε μια σύντομη ιστορία του οικισμού, γραμμένη από τον διατελέσαντα δάσκαλο του χωριού κατά το σχολικό έτος 1962-1963 Γεωργίου Κοτσίλη. Τίτλος της, « Εργασία Γεωργίου Κοτσίλη, Διευθυντού του σχολείου, Σχολικόν έτος 1962 – 1963, και από κάτω υπάρχει η υπογραφή του. Στο κείμενο διατηρούμε την διατύπωση και την ορθογραφία του δασκάλου.
 Σημείωση: Το φωτοαντίγραφο της εργασίας του Γεωργίου Κοτσίλη είναι ευγενική παραχώρηση από τον συγχωριανό μας Περικλή Αστρακά του Λουκά, Δικηγόρο.

Το αρχικόν όνομα του χωρίου ήταν Σκαμνός. Τούτο εδόθη, διότι εις το μέρος ευδοκιμούσε η σκαμνιά (μουριά) και οι κάτοικοι ασχολήθηκαν πολύ με την καλλιέργειαν του μεταξοσκώληκος. Οι πρώτοι κάτοικοι ήρθαν από Μαργιολάτες, Σκλήθρον, Παλαιοχώριον και Σιγδίτσα. Έφθασε εποχή που οι κάτοικοι του χωριού έφθασαν τους τριακόσιους μαχαλάδες (χανέδες) και κατά πρόχειρον υπολογισμόν οι οικογένειες του τότε χωριού θα πρέπει να ήταν 1.000. Επομένως οι κάτοικοι πρέπει να ήταν 4.500.
Για την περιφέρεια τότε αποτελούσε πολιτεία. Είχε έδρα Δεσπότου με μητρόπολιν την εκκλησίαν « Άγιος Νικόλαος ». Μέχρι τελευταίως υπήρχαν μνημεία μαρμάρινα, τα οποία ήταν κατάλοιπα της τότε επισκοπής και τα οποία κατεστράφησαν και εχρησιμοποιήθηκαν παρά των κατοίκων δια το κτίσιμο του χωριού. Εκτός της Μητροπόλεως υπήρχον άλλες τρεις εκκλησίες, Άγιος Αθανάσιος, Άγιος Κωνσταντίνος και μια εις το όνομα του Σταυρού.
Σε λίγο καιρό άρχισε το χωριό να διαλύεται διότι τα κρυολογήματα αποδεκάτιζαν τους κατοίκους. Δια τον λόγον αυτόν οι κάτοικοι κατά το 1800 εγκατέλειψαν το χωριό και μεταφέρθηκαν δυτικότερα, όπου σήμερα υπάρχει εξωκκλήσιον « Άγιος Ευστάθιος». Άλλος λόγος σοβαρός που συνετέλεσε σε τούτο, ήταν το ότι οι κάτοικοι εφοβούντο τους Τούρκους οι οποίοι τους προξενούσαν μεγάλες ζημιές όταν ήταν κοντά στο δρόμο. Εκεί έμειναν σχεδόν είκοσι χρόνια.
 Η ζωή ήταν δύσκολη και ως αναφέρεται πολλοί χάθηκαν από την έλλειψη νερού. Οι κάτοικοι ως ασχολίαν είχαν την καλλιέργειαν σίτου και αμπελιών. Σε λίγα χρόνια οι κάτοικοι άλλοι από την πολλή υγρασία και άλλοι από την κλεφτουριά, έμειναν τρία αδέρφια. Ο Πρόκος, ο Βίκος και ο Νίκος. Οι τρεις αυτοί έφυγαν πάλι και ήλθαν και έφτιαξαν σπίτια λίγο δυτικότερα του σημερινού χωριού. Το χωριό που έγινε από αυτούς ονομάστηκε Προκοβενίκο εκ των ονομάτων των τριών αδελφών. Από αυτούς τους τρεις δημιουργήθηκαν σχεδόν 40 οικογένειες. Αργότερα όταν απελευθερωθήκαμε το χωριό άρχισε να μεταφέρεται ανατολικώτερα για να πλησιάσει στο δρόμο.
Ουδέποτε μπόρεσε να γίνει πολύ μεγάλο λόγω του ότι δεν διαθέτει γόνιμο έδαφος και διότι το κλίμα είναι υγρόν. Το χωριό σήμερα (1963) έχει σχεδόν 35 οικογένειες και μεταξύ τους οι κάτοικοι συνδέονται συγγενικά. Και σήμερα η σπουδαιοτέρα απασχόλησης των κατοίκων είναι η καλλιέργεια σιτηρών και αμπελιών. Το εισόδημα το ετήσιον μπορεί να φθάσει 80 – 90 χιλιάδες κιλά σιτάρι. Κρασί παράγει περίπου 15.000 οκάδες. Εκτός των δύο τούτων προϊόντων σχεδόν τίποτε άλλο δεν παράγεται. Η κτηνοτροφία δεν είναι καθόλου ανεπτυγμένη και τούτο διότι δεν υπάρχει τόπος διαθέσιμος. Το χωριό όλο και λιγοστεύει, διότι οι νέοι φεύγουν και ζητούν την τύχη τους σε άλλες δουλειές και κυρίως στην εταιρεία Σ.Ε.Κ. Έτσι, κατοικείται σχεδόν από μεγάλους σε ηλικία. Τα κορίτσια του χωριού παντρεύονται κατά 100% έξω από το χωριό.